πανικός
ουσιαστικό1. Ξαφνική και έντονη αίσθηση φόβου ή τρόμου που καταλαμβάνει ένα άτομο ή μια ομάδα και παρεμποδίζει την ψύχραιμη σκέψη και τη στοχευμένη δράση.
Συνώνυμα
τρόμος φόβος υστερία χαμός πανδαιμόνιο αναστάτωση ταραχή αγωνία σύγχυση χάος τρέλα αμόκ παροξυσμός άγχος τρομάρα δειμός συναγερμός εγκεφαλικό αναμπουμπούλα λαχτάρα φρίκη φρενίτιδα ανακατωσούρα σοκ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο πανικός απλώθηκε ανάμεσα στους επιβάτες όταν έσβησαν τα φώτα.
- Ο πανικός με κυρίευσε όταν άκουσα τη φωνή της μητέρας μου.
- Ο πανικός στις αγορές έριξε τις τιμές των μετοχών.
- Όταν κυκλοφόρησε το βίντεο, έγινε πανικός στο διαδίκτυο από σχόλια και κοινοποιήσεις.
- Ο πανικός των γονέων προκάλεσε συνωστισμό στην είσοδο του σχολείου.