εγκεφαλικό

άλλο

1. Οξύ ιατρικό επεισόδιο που προκαλείται από διακοπή ή σημαντική μείωση της αιμάτωσης σε περιοχή του εγκεφάλου ή από εγκεφαλική αιμορραγία, με αποτέλεσμα την απότομη εμφάνιση νευρολογικών διαταραχών (π.χ. παράλυση, διαταραχή ομιλίας, απώλεια αισθητικότητας).

Συνώνυμα

αποπληξία σοκ κατάπληξη έκπληξη πανικός αποσβολή έκσταση έμφραγμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το εγκεφαλικό επεισόδιο απαιτεί άμεση ιατρική φροντίδα.
  • Πρέπει να αναγνωρίσεις τα συμπτώματα του εγκεφαλικού.
  • Έπαθε εγκεφαλικό όταν είδε τον τελικό λογαριασμό.
  • Η υψηλή αρτηριακή πίεση προκάλεσε το εγκεφαλικό.
  • Μετά το ατύχημα διαγνώστηκε με σοβαρό εγκεφαλικό τραύμα.