πέρασμα
ουσιαστικό1. Η πράξη ή η διαδικασία του να περνάει κάποιος ή κάτι από ένα σημείο σε άλλο.
2. Άνοιγμα ή στενή διαδρομή που επιτρέπει τη διέλευση ανάμεσα σε χώρους ή φυσικά εμπόδια.
3. Μεταβατική φάση ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, γεγονότα ή χρονικές περιόδους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πέρασμα στο φαράγγι ήταν στενό και απότομο.
- Το πέρασμα του ποταμού έγινε με προσοχή.
- Έκανε ένα σύντομο πέρασμα από το γραφείο πριν φύγει.
- Το πέρασμα των χρόνων αφήνει τα σημάδια του.
- Το πέρασμα στον επόμενο τόνο στο κομμάτι ήταν εντυπωσιακό.