οργανώνω
ρήμα1. Τοποθετώ και διαρθρώνω στοιχεία, πόρους ή ανθρώπους με τρόπο που επιτρέπει συστηματική και αποτελεσματική λειτουργία.
2. Σχεδιάζω και διαμορφώνω δομή, σχέδιο ή πρόγραμμα για την υλοποίηση μιας εργασίας ή δραστηριότητας.
Συνώνυμα
διοργανώνω στήνω κάνω συντονίζω κανονίζω ετοιμάζω προετοιμάζω διευθετώ τακτοποιώ σχηματίζω συγκροτώ διαρθρώνω προγραμματίζω συστήνω μεθοδεύω κινητοποιώ διαμορφώνω συμμαζεύω τρέχω φτιάχνω διατάζω διευθύνω ομαδοποιώ ταξινομώ σχεδιάζω δημιουργώ συνθέτω εφαρμόζω επιμελούμαι διατάσσω διευκολύνω επιχειρώ προξενώ σκαρώνω στρώνω φροντίζω ασχολούμαι διακανονίζω διεκπεραιώνω διεξάγω εγκαθιδρύω οικοδομώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ οργανώνω τη γιορτή του σχολείου κάθε χρόνο.
- Κάθε Σάββατο οργανώνω τα ντουλάπια της κουζίνας και πετάω ό,τι δεν χρειάζομαι.
- Για το ταξίδι, οργανώνω το πρόγραμμα και κλείνω ξενοδοχεία.
- Στην ομάδα, οργανώνω τις συναντήσεις και μοιράζω τις αρμοδιότητες.
- Κάθε βράδυ οργανώνω το πρόγραμμα της επόμενης μέρας για να προλαβαίνω τις υποχρεώσεις.