ξεφορτώνομαι
ρήμα1. Βγάζω από πάνω μου ή από έναν χώρο αντικείμενα, φορτίο ή αποθέματα που δεν χρειάζομαι πια, απομακρύνοντάς τα με πετάγμα, πώληση ή μεταφορά σε άλλο μέρος.
Συνώνυμα
ξεφορτώνω εκφορτώνω αποφορτώνω αδειάζω αποβιβάζω απαλλάσσομαι απαλλάσσω ξεμπερδεύω απαλλάζω αποφορτίζομαι απορρίπτω αποβάλλω πετάω απομακρύνω ξελαφρώνω εξαφανίζω διαθέτω αποδεσμεύω τινάζω εκβάλλω ρίχνω ξεπουλώ ξεπερνάω αποποιούμαι αφαιρώ εκχωρώ αποδεσμεύομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο λιμάνι σήμερα ξεφορτώνομαι ένα φορτίο μεταλλικών σωλήνων.
- Κάθε Σάββατο ξεφορτώνομαι τα άχρηστα πράγματα από την αποθήκη.
- Για να ηρεμήσω, ξεφορτώνομαι σταδιακά ευθύνες που δεν μου ανήκουν.
- Για να προχωρήσει το έργο, ξεφορτώνομαι συχνά συνεργάτες που δημιουργούν προβλήματα.
- Κάθε βράδυ προσπαθώ να ξεφορτώνομαι το άγχος με διαλογισμό.