νόμιμος
επίθετο1. Που είναι σύμφωνο με το νόμο ή επιτρέπεται από το νομικό πλαίσιο.
2. Που έχει νομική αναγνώριση ή ισχύ και θεωρείται έγκυρο από τις αρμόδιες αρχές.
Συνώνυμα
σύννομος έννομος κανονικός θεμιτός νομιμοποιημένος αδειοδοτημένος νομότυπος νομικός νομοταγής έγκυρος επιτρεπτός συνταγματικός επίσημος αποδεκτός παραδεκτός εξουσιοδοτημένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας υπέγραψε το συμβόλαιο.
- Χρειάζομαι μια νόμιμη άδεια για να εργαστώ στη χώρα.
- Το διαβατήριο είναι νόμιμο έγγραφο που αποδεικνύει την ταυτότητα.
- Οι νόμιμοι κληρονόμοι έχουν δικαίωμα στην περιουσία.
- Οι νόμιμες αποδείξεις υποβλήθηκαν στο δικαστήριο.