έννομος
επίθετο1. Που έχει βάση και αναγνώριση στο δίκαιο, που ρυθμίζεται ή επιτρέπεται από το νόμο.
2. Που επιφέρει νομικά αποτελέσματα ή συνέπειες, όπως δικαιώματα ή υποχρεώσεις αναγνωρισμένες από το νομικό σύστημα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
παράνομος έκνομος άνομος παράτυπος αθέμιτος άκυρος αυθαίρετος λαθραίος αντισυνταγματικός παραβατικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εισαγγελέας διερεύνησε τον έννομο χαρακτήρα της συναλλαγής.
- Η εταιρεία έχει έννομο συμφέρον να υπερασπιστεί το εμπορικό της σήμα.
- Η έννομη τάξη αποτελεί θεμέλιο της δημοκρατίας.
- Οι έννομοι κάτοχοι ακινήτων ψήφισαν υπέρ του σχεδίου.
- Για να λάβει αποζημίωση χρειάζεται να αποδείξει μια έννομη αξίωση.