κλεμμένος
επίθετο1. Που έχει αφαιρεθεί από τον νόμιμο κάτοχό του χωρίς άδεια ή συναίνεση, ως αποτέλεσμα κλοπής.
2. Που έχει υιοθετηθεί ή αναπαραχθεί παράνομα ή χωρίς άδεια σε σχέση με έργο, ιδέα ή περιεχόμενο.
Συνώνυμα
κλαπτός κλαπέν εκλάπη ληστευμένος ληστεμένο υφαρπαγμένος κλοπιμαίος αρπαγμένος τσιμπημένος αφαιρεμένος παραβιασμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Βρήκα το πορτοφόλι μου κλεμμένο στο αυτοκίνητο.
- Η τσάντα της ήταν κλεμμένη, γι' αυτό πήγε στο αστυνομικό τμήμα.
- Αντέγραψαν το τραγούδι και το δημοσίευσαν σαν κλεμμένο έργο.
- Ζήσαμε μια κλεμμένη στιγμή μακριά από τα προβλήματα.
- Η ταυτότητά του ήταν κλεμμένη, οπότε δεν μπορούσε να ταξιδέψει.