εξουσιοδοτημένος
επίθετο1. Που έχει λάβει εξουσία ή άδεια από αρμόδιο πρόσωπο ή φορέα να ενεργεί για λογαριασμό του.
2. Που διαθέτει νομική ή επίσημη αρμοδιότητα να εκτελεί συγκεκριμένες πράξεις ή να λαμβάνει αποφάσεις.
Συνώνυμα
αρμόδιος εντεταλμένος αδειοδοτημένος διαπιστευμένος πιστοποιημένος εγκεκριμένος επικυρωμένος επίσημος πληρεξούσιος διορισμένος νόμιμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εξουσιοδοτημένος υπάλληλος υπέγραψε τα επίσημα έγγραφα.
- Μόνο ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος μπορεί να λάβει αποφάσεις για την εταιρεία.
- Ο εξουσιοδοτημένος χρήστης έχει πρόσβαση σε ευαίσθητα δεδομένα του συστήματος.
- Το δέμα παραδόθηκε στον εξουσιοδοτημένο του παραλήπτη.
- Ο εξουσιοδοτημένος εκπρόσωπος κατέθεσε την εξουσιοδότηση στο συμβολαιογραφείο.