μουντός
επίθετο1. Που παρουσιάζει χαμηλή φωτεινότητα και έλλειψη έντονων χρωμάτων, δίνοντας αίσθηση θλίψης ή απουσία ζωντάνιας.
2. Που χαρακτηρίζει τον καιρό όταν ο ουρανός είναι καλυμμένος από σύννεφα και η ηλιοφάνεια είναι περιορισμένη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μουντός καιρός απέτρεψε τον περίπατο.
- Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο από ένα μουντό φως.
- Η μουντή μέρα σε έκανε να θλίβεσαι.
- Οι μουντοί τόνοι της φωτογραφίας έδιναν μελαγχολία.
- Μίλησε με μουντή φωνή, χωρίς ενθουσιασμό.