μάχη
ουσιαστικό1. Έντονη και συστηματική αντιπαράθεση μεταξύ δύο ή περισσοτέρων πλευρών, συχνά με στρατιωτικά μέσα, που διεξάγεται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
2. Σύντομη ή παρατεταμένη φυσική ή λεκτική διαμάχη μεταξύ προσώπων ή ομάδων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ειρήνη εκεχειρία ανακωχή συμφιλίωση συνθηκολόγηση συνδιαλλαγή ενέδρα σιωπητήριο συνεργασία ηρεμία συναίνεση
Παραδείγματα χρήσης
- Η μάχη στο Μαραθώνα άλλαξε την πορεία της ιστορίας.
- Οι στρατιώτες έδωσαν σκληρή μάχη για να κρατήσουν τη θέση.
- Παλεύει μια άνιση μάχη με την ασθένεια.
- Η μάχη για τα ανθρώπινα δικαιώματα συνεχίζεται.
- Η ομάδα έδωσε μεγάλη μάχη στον τελικό, αλλά έχασε.