κριτική

ουσιαστικό

1. Μορφή αξιολόγησης που αναλύει και εκτιμά τα χαρακτηριστικά, τα πλεονεκτήματα και τις ελλείψεις ενός έργου, μιας ιδέας, μιας πράξης ή ενός γεγονότος.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έλαβε σκληρή κριτική για την παράσταση.
  • Διάβασα την κριτική της εφημερίδας για το βιβλίο.
  • Η κριτική που του άσκησαν ήταν εποικοδομητική.
  • Η κριτική στιγμή του αγώνα ήρθε στο τελευταίο λεπτό.
  • Έκανε δημόσια κριτική στην απόφαση της διοίκησης.
  • Η θετική κριτική βοήθησε να πουληθεί περισσότερο το άλμπουμ.