κουβαλάω
ρήμα1. Μεταφέρω αντικείμενα ή φορτίο από ένα μέρος σε άλλο, κρατώντας τα με τα χέρια, στηρίζοντάς τα στο σώμα ή τοποθετώντας τα σε μέσο μεταφοράς.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα κουβαλάω δύο βαλίτσες μέχρι το ταξί.
- Κάθε πρωί κουβαλάω τα παιδιά στο σχολείο με το αυτοκίνητο.
- Ακόμα κουβαλάω τις ενοχές από εκείνη την απόφαση.
- Στα ταξίδια μου κουβαλάω όμορφες αναμνήσεις από κάθε πόλη.
- Πάντα κουβαλάω μαζί μου ένα παλιό μπρελόκ ως γούρι.