κομψός
επίθετο1. Που εμφανίζει διακριτική αισθητική και καλαισθησία στην εμφάνιση, στο ντύσιμο ή στην παρουσίαση.
2. Που έχει φινέτσα και ευγένεια στην συμπεριφορά, με μετρημένες και κομψές κινήσεις ή εκφράσεις.
Συνώνυμα
εκλεπτυσμένος καλαίσθητος φινετσάτος σικ στυλάτος ραφινάτος σοφιστικέ καλοντυμένος ευπαρουσίαστος λεπταίσθητος διακριτικό ευπρεπής θελκτικός πανέμορφος ωραίος όμορφος χαριτωμένος ευγενής κούκλος αριστοκρατικός αρχοντικός λεπτεπίλεπτος πολυτελής φινιρισμένος λιτός λεπτός μοδάτος μοντέρνος διακριτικός ψαγμένος αξιοπρεπής λιγνός ευγενικός γοητευτικός γιορτινός λεπτοκαμωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κομψή εμφάνιση της καλεσμένης εντυπωσίασε όλους.
- Ο κομψός καναπές ταιριάζει στο σαλόνι.
- Το κομψό φόρεμα της αναδείκνυε τη σιλουέτα.
- Οι κομψές κινήσεις της χορεύτριας ήταν γεμάτες χάρη.
- Πρότεινε μια κομψή λύση στο πρόβλημα, απλή και αποτελεσματική.