κομμάτι
ουσιαστικό1. Μέρος ή τμήμα που αποσπάται ή διαχωρίζεται από ένα μεγαλύτερο αντικείμενο, έχοντας δική του υλική ύπαρξη.
2. Μικρή μερίδα ή ποσότητα από κάτι, ιδίως φαγητό, υλικό ή ύλη, προοριζόμενη για χρήση ή κατανάλωση.
Συνώνυμα
τεμάχιο τραγούδι λίγο πίστα μέρος τμήμα μερίδα φέτα μπουκιά κομματάκι απόσπασμα μελωδία έργο σύνθεση νούμερο μοίρα αντικείμενο μερίδιο συνιστώσα ελαφρώς άσμα ψίχουλο ψίγμα θραύσμα σπάραγμα σβώλος ψίχα κλάσμα πράγμα άρθρο δόση ποσότητα ρεπορτάζ μάζα στοιχείο μέλος εξάρτημα λωρίδα μέρισμα οντότητα παράγραφος συστατικό σφηνάκι λιγάκι απομεινάρι κουρέλι μπλοκ υπομονάδα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έκοψα ένα κομμάτι πίτας.
- Το πιο δύσκολο κομμάτι της εργασίας είναι η ανάλυση.
- Είμαι κομμάτι κουρασμένος σήμερα.
- Αυτό το κομμάτι παίζεται συχνά στο ραδιόφωνο.
- Έμεινε ένα κομμάτι ψωμί στο τραπέζι.