συνολικά
επίρρημα1. Σε επίπεδο συνόλου, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα μέρη ή τα στοιχεία μαζί, ως το τελικό άθροισμα ή το συνολικό αποτέλεσμα.
2. Με γενική εκτίμηση ή κρίση για την κατάσταση στο σύνολό της, χωρίς εστίαση σε επιμέρους λεπτομέρειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το έργο κόστισε συνολικά 1.200 ευρώ.
- Έχουμε συνολικά δεκαπέντε συμμετέχοντες από τέσσερις χώρες.
- Η συνάντηση, συνολικά, θεωρήθηκε επιτυχημένη από τους συμμετέχοντες.
- Οι δύο παραγγελίες, συνολικά, περιείχαν είκοσι βιβλία.
- Αν και υπήρχαν μικρά προβλήματα, τα συνολικά αποτελέσματα ήταν θετικά.