κλίκα
ουσιαστικό1. Μικρή, κλειστή ομάδα ατόμων που συνδέονται με κοινά συμφέροντα, δεσμούς ή αλληλοϋποστήριξη και τείνει να αποκλείει τρίτους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κλίκα στο σχολείο δεν επέτρεπε σε κανέναν καινούριο να μπει.
- Μια κλίκα στην εταιρεία ελέγχει όλες τις προαγωγές.
- Η κλίκα των πολιτικών συμβούλων αποφάσιζε πίσω από κλειστές πόρτες.
- Ένιωσε ότι ανήκει σε μια κλίκα που τον καταλάβαινε καλύτερα.
- Η κλίκα έκλεινε συμφωνίες μεταξύ φίλων, παραγκωνίζοντας τους υπόλοιπους.