ολιγαρχία
ουσιαστικό1. Σύστημα ή μορφή άσκησης εξουσίας όπου ο έλεγχος και οι αποφάσεις συγκεντρώνονται σε ένα μικρό, περιορισμένο σύνολο ατόμων ή οικογενειών, συνήθως με βάση την οικονομική, πολιτική ή κοινωνική ισχύ.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η ολιγαρχία κυβέρνησε τη χώρα για δεκαετίες, αποκλείοντας το λαό από τη λήψη αποφάσεων.
- Σε πολλές εταιρείες υπάρχει μια ανεπίσημη ολιγαρχία ανώτερων στελεχών που καθορίζει την πολιτική.
- Στην αρχαία Ελλάδα, η ολιγαρχία συγκρινόταν συχνά με τη δημοκρατία ως διαφορετικό πολίτευμα.
- Η ολιγαρχία των μέσων ενημέρωσης επηρέαζε την κοινή γνώμη με τρόπο διακριτό.
- Οι κοινωνικές ολιγαρχίες μπορεί να δημιουργήσουν ανισότητες στην πρόσβαση σε πόρους και ευκαιρίες.