καταθέτω
ρήμα1. Τοποθετώ ή μεταβιβάζω χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό ή σε άλλο χρηματοπιστωτικό ίδρυμα για φύλαξη, διαχείριση ή εξόφληση υποχρέωσης.
Συνώνυμα
μαρτυρώ υποβάλλω αποθέτω παρουσιάζω καταβάλλω δηλώνω προσκομίζω τοποθετώ παραδίδω πληρώνω αναφέρω κατατίθεμαι βάζω ισχυρίζομαι απολογούμαι διατυπώνω εγείρω εισάγω εναποθέτω επενδύω παραθέτω επιδίδω κατοχυρώνω τοποθετούμαι καταχωρώ ομολογώ υπογράφω εγγράφω προσφέρω κατατίθημι γράφω σοβαρολογώ αποθηκεύω αποταμιεύω συνεισφέρω εκφράζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Σήμερα καταθέτω χρήματα στον τραπεζικό μου λογαριασμό.
- Αύριο καταθέτω την αίτηση για τη θέση εργασίας.
- Ως μάρτυρας, καταθέτω στο δικαστήριο όσα είδα εκείνο το βράδυ.
- Την εθνική εορτή καταθέτω ένα στεφάνι στο μνημείο.
- Στη συζήτηση καταθέτω την προσωπική μου άποψη για το θέμα.