ικανοποίηση

ουσιαστικό

1. Εσωτερική κατάσταση ευχαρίστησης και πληρότητας που προκύπτει όταν ανάγκες, επιθυμίες ή προσδοκίες ικανοποιούνται.

2. Το αποτέλεσμα της κάλυψης απαιτήσεων ή του τερματισμού μιας προσπάθειας, συχνά συνοδευόμενο από αίσθημα ολοκλήρωσης.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ένιωσε μεγάλη ικανοποίηση όταν ολοκλήρωσε το έργο.
  • Η ικανοποίηση των απαιτήσεων του πελάτη είναι προτεραιότητα για την εταιρεία.
  • Η τράπεζα ανακοίνωσε την ικανοποίηση του δανείου μετά την αποπληρωμή.
  • Η ικανοποίηση των επαγγελματικών του φιλοδοξιών τον ώθησε να συνεχίσει τις σπουδές.
  • Ζήτησε ικανοποίηση για την αδικία που υπέστη.