ευτυχισμένος

επίθετο

1. Που βιώνει εσωτερική ικανοποίηση, θετικά συναισθήματα και αίσθηση ψυχικής ευεξίας λόγω προσωπικών εμπειριών, σχέσεων ή επιτευγμάτων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιάννης είναι ευτυχισμένος σήμερα που πέρασε τις εξετάσεις.
  • Η Μαρία νιώθει ευτυχισμένη στο πλευρό του συντρόφου της.
  • Το μωρό ήταν ευτυχισμένο όταν έπαιζε στην αυλή.
  • Ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι με τα νέα της προαγωγής.
  • Φαινόταν ευτυχισμένος, αλλά έκρυβε ανησυχίες μέσα του.