ευτυχισμένος
επίθετο1. Που βιώνει εσωτερική ικανοποίηση, θετικά συναισθήματα και αίσθηση ψυχικής ευεξίας λόγω προσωπικών εμπειριών, σχέσεων ή επιτευγμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
δυστυχής δυστυχισμένος θλιμμένος λυπημένος λυπηρός θλιβερός άθλιος συντετριμμένος καημένος ταλαίπωρος στεναχωρημένος στενοχωρημένος άτυχος αθλιωμένος κατσούφης απαρηγόρητος απελπισμένος δυσδαίμων καταραμένος πικραμένος αποκαρδιωμένος δυσαρεστημένος κατσουφιασμένος μουτρωμένος σκυθρωπός απογοητευμένος καταθλιπτικός κακομοίρης θυμωμένος πληγωμένος αγανακτισμένος ζοφερός κακότυχος καταρρακωμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Γιάννης είναι ευτυχισμένος σήμερα που πέρασε τις εξετάσεις.
- Η Μαρία νιώθει ευτυχισμένη στο πλευρό του συντρόφου της.
- Το μωρό ήταν ευτυχισμένο όταν έπαιζε στην αυλή.
- Ήμασταν όλοι ευτυχισμένοι με τα νέα της προαγωγής.
- Φαινόταν ευτυχισμένος, αλλά έκρυβε ανησυχίες μέσα του.