εξηγώ
ρήμα1. Κάνω κατανοητό σε κάποιον κάτι, παρέχοντας πληροφορίες, παραδείγματα ή λεπτομέρειες για τη σημασία, τη λειτουργία ή τα αίτια του.
2. Αποσαφηνίζω ασάφειες ή παρεξηγήσεις ώστε να γίνει καθαρό το νόημα ή ο σκοπός μιας δήλωσης, πράξης ή κατάστασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο μάθημα εξηγώ πώς λειτουργεί ο κινητήρας.
- Στη συνέντευξη εξηγώ γιατί αποφάσισα να αλλάξω καριέρα.
- Στην οικογένειά μου εξηγώ τι συνέβη εκείνο το βράδυ.
- Στον χάρτη εξηγώ πώς να φτάσουν στο μουσείο.
- Στην εργασία μου εξηγώ την έννοια της δικαιοσύνης.