εντελώς
επίρρημα1. Με τρόπο που καλύπτει ολόκληρη την έκταση ή το σύνολο μιας πράξης, κατάστασης ή ιδιότητας, χωρίς υπόλοιπα, ελλείψεις ή εξαιρέσεις.
Συνώνυμα
τελείως παντελώς απολύτως απόλυτα πλήρως εξολοκλήρου ολοσχερώς ολότελα ολόλως καθολικά ολόκληρα ολοκληρωτικά συνολικά καθολικώς άκρως πολύ βαθιά καθαρά κυριολεκτικά φοβερά αποκλειστικά πραγματικώς άψογα ασυνήθιστα σκέτα αμιγώς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το σχέδιο είναι εντελώς λάθος.
- Μετά τη μεγάλη μέρα, ήμουν εντελώς εξαντλημένη.
- Η αίθουσα ήταν εντελώς άδεια.
- Δεν καταλαβαίνω εντελώς τις οδηγίες.
- Η γεύση άλλαξε και έγινε εντελώς διαφορετική.
- Το κινητό μου έμεινε εντελώς από μπαταρία.