αποκλειστικά
επίρρημα1. Με τρόπο που αποκλείει τη συμμετοχή, την πρόσβαση ή την παρουσία άλλων προσώπων ή πραγμάτων, περιορίζοντας το αποτέλεσμα σε έναν συγκεκριμένο φορέα ή ομάδα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αγοράζουμε το προϊόν αποκλειστικά από επίσημους διανομείς.
- Η ηθοποιός έδωσε συνέντευξη αποκλειστικά σε αυτήν την εκπομπή.
- Η επιτυχία της οφείλεται αποκλειστικά στην επιμονή της.
- Το κλαμπ είναι προσβάσιμο αποκλειστικά σε μέλη.
- Χρησιμοποιώ τον προσωπικό μου υπολογιστή αποκλειστικά για εργασία.