μετρίως
επίρρημα1. Σε μέτριο βαθμό ή με μέτρο, όχι υπερβολικά ούτε αμελητέα.
2. Με μετριοπάθεια ή αυτοσυγκράτηση στην έκφραση, στη συμπεριφορά ή στις αντιδράσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θερμοκρασία σήμερα είναι μετρίως υψηλή.
- Αντέδρασε μετρίως στην κριτική, χωρίς υπερβολές.
- Σιγοβράστε τη σούπα μετρίως, μέχρι να μαλακώσουν τα λαχανικά.
- Το φως στην αίθουσα είναι μετρίως έντονο και όχι ενοχλητικό.
- Οι κριτικοί έμειναν μετρίως ικανοποιημένοι από την παράσταση.