σχετικώς
επίρρημα1. Σε σχετικό βαθμό, σε σύγκριση με κάτι άλλο, ως προς τον βαθμό ή την έκταση και όχι απόλυτα.
2. Όσον αφορά ένα θέμα ή ζήτημα, ως προς το οποίο γίνεται λόγος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός είναι σχετικώς καλός σήμερα.
- Το πρόβλημα είναι σχετικώς απλό και λύνεται με λίγα βήματα.
- Σχετικώς με την προθεσμία, θα χρειαστώ δύο επιπλέον ημέρες.
- Η ζημιά στο αυτοκίνητο είναι σχετικώς μικρή.
- Οι επιδόσεις της ομάδας ήταν σχετικώς ικανοποιητικές.