μερικώς
επίρρημα1. Σε κάποιο βαθμό, όχι εξ ολοκλήρου ή πλήρως.
2. Κατά τρόπο που αφορά μόνο μέρος ή τμήμα ενός συνόλου, διαδικασίας ή χαρακτηριστικού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η παρουσία του ήταν μερικώς αναγκαία για την επιτυχία του έργου.
- Συμφωνώ μερικώς με την πρότασή σου.
- Ο δρόμος είναι μερικώς κλειστός λόγω έργων.
- Η ζημιά αποκαταστάθηκε μερικώς μετά την επισκευή.
- Η αίτησή του έγινε μερικώς δεκτή από την επιτροπή.
- Το έργο χρηματοδοτήθηκε μερικώς από χορηγούς.