καθολικά
επίρρημα1. Με τρόπο που αφορά ή εφαρμόζεται στο σύνολο, χωρίς εξαίρεση ή περιορισμό.
2. Με τρόπο που καλύπτει κάθε στοιχείο ή πτυχή ενός συνόλου, ώστε να μην παραμένει κάτι εξαιρούμενο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
μερικώς τοπικά επιλεκτικά αποσπασματικά σποραδικά περιορισμένα τοπικώς ειδικά αποκλειστικά ιδίως μερικά μονομερώς σταδιακά
Παραδείγματα χρήσης
- Ο νόμος εφαρμόζεται καθολικά σε όλη τη χώρα.
- Η θεωρία έγινε καθολικά αποδεκτή από την επιστημονική κοινότητα.
- Οι μεταρρυθμίσεις άλλαξαν καθολικά τη λειτουργία του συστήματος.
- Η απόφαση του δικαστηρίου ισχύει καθολικά και δεν απαιτείται επιπλέον νομοθέτηση.
- Η έκθεση σημειώνει ότι οι συνέπειες ήταν καθολικά αισθητές σε όλες τις περιφέρειες.