τμηματικά

επίρρημα

1. Με τρόπο που πραγματοποιείται σε τμήματα ή ξεχωριστά μέρη, όχι ολόκληρο ή ταυτόχρονα.

2. Με εφαρμογή ή εξέλιξη σε διαδοχικές φάσεις ή στάδια.

3. Με καταβολές ή εκτέλεση σε διακριτά μέρη (για πληρωμές, εργασίες ή διαδικασίες).

Συνώνυμα

μερικώς αποσπασματικά σταδιακά διακεκομμένα διαδοχικά σπαστά σποραδικά ατομικά κομματιασμένα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Θα πληρώσω το ποσό τμηματικά, σε τρεις ισόποσες δόσεις.
  • Το έργο θα υλοποιηθεί τμηματικά για να εξασφαλιστεί η ποιότητα κάθε φάσης.
  • Τα αποτελέσματα δόθηκαν τμηματικά κατά τη διάρκεια της συνεδρίας.
  • Μαθαίνω το υλικό τμηματικά, ξεκινώντας από τα πιο απλά θέματα.
  • Οι αλλαγές στο σύστημα θα εφαρμοστούν τμηματικά ώστε να αποφευχθούν διακοπές λειτουργίας.