αμιγώς
επίρρημαΜε τρόπο αποκλειστικό, χωρίς ανάμειξη άλλου στοιχείου, είδους ή χαρακτηριστικού.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόφαση ήταν αμιγώς επιστημονική και όχι πολιτική.
- Το έργο χρηματοδοτήθηκε αμιγώς από ιδιωτικούς πόρους.
- Πρόκειται για αμιγώς ελληνική παραγωγή.
- Η συζήτηση παρέμεινε αμιγώς σε τεχνικό επίπεδο.
- Το ζήτημα δεν είναι αμιγώς οικονομικό, αλλά και κοινωνικό.