εντάσσω
ρήμα1. Τοποθετώ ή εισάγω κάποιον ή κάτι μέσα σε ομάδα, οργανισμό, πρόγραμμα, κατηγορία ή σύστημα, ώστε να γίνει μέλος ή να λειτουργήσει ως μέρος του.
Συνώνυμα
ενσωματώνω συμπεριλαμβάνω εισάγω εγγράφω κατατάσσω τοποθετώ συνδέω ευθυγραμμίζω καταχωρώ συγχωνεύω ενώνω περιλαμβάνω σφηνώνω σχετίζω χωρώ χωράω χώνω αφομοιώνω συνενώνω συγκαταλέγω προσθέτω βάζω στριμώχνω αντιστοιχίζω προσλαμβάνω νομιμοποιώ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε μήνα εντάσσω τα νέα μέλη στην ομάδα.
- Προσπαθώ να εντάσσω τις συσκέψεις στο πρόγραμμά μου χωρίς συγκρούσεις.
- Στο τεύχος του εγχειριδίου εντάσσω πάντα τις ενημερωμένες οδηγίες.
- Κατά την αξιολόγηση, εντάσσω τους υποψηφίους σε κατηγορίες ανάλογα με την εμπειρία τους.
- Στον κώδικα του έργου εντάσσω σχόλια για να διευκολύνω τη συντήρηση.