εντάσσω

ρήμα

1. Τοποθετώ ή εισάγω κάποιον ή κάτι μέσα σε ομάδα, οργανισμό, πρόγραμμα, κατηγορία ή σύστημα, ώστε να γίνει μέλος ή να λειτουργήσει ως μέρος του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε μήνα εντάσσω τα νέα μέλη στην ομάδα.
  • Προσπαθώ να εντάσσω τις συσκέψεις στο πρόγραμμά μου χωρίς συγκρούσεις.
  • Στο τεύχος του εγχειριδίου εντάσσω πάντα τις ενημερωμένες οδηγίες.
  • Κατά την αξιολόγηση, εντάσσω τους υποψηφίους σε κατηγορίες ανάλογα με την εμπειρία τους.
  • Στον κώδικα του έργου εντάσσω σχόλια για να διευκολύνω τη συντήρηση.