ενοχλητικός
επίθετο1. Που προκαλεί δυσάρεστα συναισθήματα ή ενόχληση σε κάποιον λόγω συμπεριφοράς, λόγων ή παρουσίας.
2. Που προκαλεί φυσική ενόχληση ή αίσθηση δυσφορίας στο σώμα, όπως κνησμό, πόνο ή παρεμβολή στις αισθήσεις.
Συνώνυμα
εκνευριστικός σπαστικός οχληρός ενοχληρός κουραστικός παρεμβατικός αδιάκριτος αντιπαθητικός προσβλητικός φορτικός ανυπόφορος απωθητικός άχαρος πιεστικός δυσάρεστος επίμονος γκρινιάρης ζόρικος θορυβώδης μπελαλίδικος εριστικός προκλητικός παραξενικός ανατριχιαστικός απαράδεκτος ανησυχητικός άβολος ανεπιθύμητος αποκρουστικός αντιπαθής απρόσδεκτος δυσβάσταχτος επώδυνος προβληματικός
Αντώνυμα
ευχάριστος συμπαθητικός αρεστός αγαπητός ευπρόσδεκτος διακριτικός χαριτωμένος ήρεμος ευγενικός ελκυστικός διασκεδαστικός βολικός συμπαθής ευμενής υπομονετικός ευπρόσεκτος δελεαστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Οι ενοχλητικοί γείτονες κάνουν θόρυβο κάθε βράδυ.
- Το ενοχλητικό φως του δρόμου μπαίνει στο δωμάτιο το πρωί.
- Η ενοχλητική συνήθεια του να τρώει με ανοιχτό στόμα με ενοχλεί.
- Το τσίμπημα από το κουνούπι ήταν ενοχλητικό όλη τη νύχτα.
- Οι συνεχείς ειδοποιήσεις στο κινητό είναι ενοχλητικές όταν δουλεύω.