ελάχιστα
επίρρημαΣε πολύ μικρό βαθμό, ποσότητα ή ένταση· με τρόπο που περιορίζει στο ελάχιστο την παρουσία, την επίδραση ή τη συμμετοχή.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
πολύ περισσότερο πολλώς εντελώς απολύτως κυρίως τρελά ιδιαιτέρως φοβερά άκρως απίστευτα ασύλληπτα πάρα τρομερά δραματικά ευρέως θεαματικά συγκλονιστικά σφόδρα φρικτά σημαντικά αρκετά άφθονα πλούσια παραπάνω παρά τελείως απόλυτα παντελώς όλο έντονα εξαιρετικά πληθωρικά ουσιαστικά εκτενώς καθόλου ολοσχερώς τραγικά εξολοκλήρου
Παραδείγματα χρήσης
- Μου απέμειναν ελάχιστα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα.
- Έφαγα ελάχιστα, γιατί δεν πεινούσα.
- Η διαφορά ήταν ελάχιστα ορατή στους θεατές.
- Τα περιθώρια λάθους είναι ελάχιστα σε αυτή τη διαδικασία.
- Χρειάστηκαν ελάχιστα λεπτά για να ολοκληρωθεί η εργασία.