δυσφορία
ουσιαστικό1. Εσωτερική ή σωματική αίσθηση δυσάρεστης ενόχλησης ή αναστάτωσης του σώματος, όπως αίσθημα βάρους, ναυτίας ή ελαφρού πόνου.
2. Ψυχική κατάσταση ανησυχίας, εκνευρισμού ή δυσαρέσκειας που επιβαρύνει τη διάθεση και τη συμπεριφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε δυσφορία στο στομάχι μετά το βαρύ γεύμα.
- Η δυσφορία στην ατμόσφαιρα της συζήτησης ήταν εμφανής.
- Οι εργαζόμενοι εξέφρασαν δυσφορία για τις νέες εργασιακές συνθήκες.
- Ο γιατρός σημείωσε δυσφορία στην αναπνοή του ασθενούς.
- Ανέφερε δυσφορία και ζάλη κατά τη διάρκεια της πτήσης.
- Μια διάχυτη δυσφορία επικρατούσε στην αίθουσα μετά την ανακοίνωση.