διαχείριση
ουσιαστικό1. Δραστηριότητα ή διαδικασία οργάνωσης, καθοδήγησης και ελέγχου ανθρώπινων, υλικών και οικονομικών πόρων με στόχο την επίτευξη προκαθορισμένων αποτελεσμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
κακοδιαχείριση αμέλεια παραμέληση απραξία αταξία χάος ακαταστασία αδιαφορία ανευθυνότητα αποδιοργάνωση αναρχία
Παραδείγματα χρήσης
- Η διαχείριση της εταιρείας αποφάσισε την επέκταση σε νέες αγορές.
- Η διαχείριση των πόρων απαιτεί προσεκτικό σχεδιασμό και προτεραιοποίηση.
- Η διαχείριση μιας κρίσης απαιτεί ψυχραιμία και συντονισμό.
- Η διαχείριση μνήμης στον υπολογιστή επηρεάζει άμεσα την ταχύτητα των εφαρμογών.
- Η διαχείριση των αποβλήτων στην πόλη βελτίωσε την ποιότητα του περιβάλλοντος.