διασκέδαση
ουσιαστικό1. Εμπειρία ή κατάσταση που προκαλεί ευχαρίστηση, γέλιο και ψυχική ανάταση μέσω δραστηριοτήτων ή γεγονότων.
2. Δραστηριότητα ή σειρά ενεργειών (π.χ. παιχνίδι, μουσική, χορός, θεάματα) που αποβλέπει στην ανάπαυση και στην απόλαυση των συμμετεχόντων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διασκέδαση είναι απαραίτητη για την ψυχική υγεία.
- Πήγαμε σε μια βραδιά διασκέδασης με ζωντανή μουσική.
- Πηγαίνουμε στο πάρκο απλώς για διασκέδαση.
- Αυτή η δουλειά δεν είναι για διασκέδαση, έχει μεγάλη ευθύνη.
- Η βιομηχανία της διασκέδασης αναπτύσσεται γρήγορα τα τελευταία χρόνια.