ανία

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ψυχικής αδράνειας και έλλειψης ενδιαφέροντος για τις συνήθεις ή αναμενόμενες δραστηριότητες, με αίσθημα μονοτονίας και ανικανοποίητου.

2. Σοβαρή ή χρόνια νόσος από την οποία η ανάρρωση είναι δύσκολη ή αδύνατη.

Συνώνυμα

πλήξη βαρεμάρα μονοτονία ανιαρότητα αποχαύνωση ληθαργία αδιαφορία ρουτίνα δυστυχία

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ανία με κατέλαβε κατά τη διάρκεια του διαλείμματος.
  • Μέσα στην ανία τους άρχισαν να ζωγραφίζουν και να τραγουδούν.
  • Ο γιατρός χαρακτήρισε την ασθένειά του ως ανία, χωρίς δυνατότητα ίασης.
  • Η ανία της καθημερινότητας τον ώθησε να αλλάξει δουλειά.
  • Για κάποιους, η ανία είναι σημάδι ότι χρειάζονται νέες προκλήσεις.