διαμορφώνω
ρήμα1. Δίνω σε κάτι συγκεκριμένη μορφή ή σχήμα, οργανώνοντας τα επιμέρους στοιχεία του ώστε να αποκτήσει την επιθυμητή όψη ή λειτουργία.
Συνώνυμα
σχηματίζω μορφώνω δομώ προσαρμόζω σχεδιάζω πλάθω διαπλάθω σμιλεύω δημιουργώ καθορίζω ρυθμίζω οργανώνω κατασκευάζω μορφοποιώ προετοιμάζω χαράσσω φτιάχνω επηρεάζω αναπτύσσω επεξεργάζομαι τροποποιώ συνθέτω προσδιορίζω παραμετροποιώ αποτυπώνω θέτω προγραμματίζω σκαρώνω συντάσσω κάνω αποφασίζω κανονίζω ετοιμάζω ανακαινίζω αρθρώνω εγκαθιστώ ζυμώνω συγκροτώ υπαγορεύω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν διαβάζω πολύ, διαμορφώνω καλύτερα τη δική μου άποψη.
- Στη δουλειά μου ως αρχιτέκτονας, διαμορφώνω τους εξωτερικούς χώρους των κτιρίων.
- Κάθε φορά που εγκαθιστώ ένα πρόγραμμα, διαμορφώνω τις ρυθμίσεις σύμφωνα με τις ανάγκες μου.
- Ως δάσκαλος, διαμορφώνω το μάθημα ώστε να βοηθά τους μαθητές να κατανοήσουν το θέμα.
- Με τις εμπειρίες της ζωής, διαμορφώνω σταδιακά τον χαρακτήρα και τις προτεραιότητές μου.