δειλία
ουσιαστικόΠαθολογική ή παροδική συμπεριφορά που εκδηλώνεται ως αποφυγή κινδύνου, ευθύνης ή ανάληψης δράσης μπροστά σε δύσκολες ή απειλητικές καταστάσεις, με αποτέλεσμα την παθητικότητα, την αναβολή ή την υποχώρηση.
Συνώνυμα
δειλότητα δειλιά λιποψυχία ατολμία φοβικότητα φοβισμός μικροψυχία φόβος δισταγμός ανασφάλεια ντροπαλότητα φοβία φοβούλα συστολή διστακτικότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η δειλία του τον εμπόδισε να σώσει το παιδί.
- Η δειλία της την έκανε να αποφεύγει τις κοινωνικές συγκεντρώσεις.
- Η δειλία στοίχισε την προαγωγή.
- Αντί να αναλάβει το ρίσκο, επικράτησε η δειλία.
- Η δειλία σκίασε τα όνειρά του.