βλάκας

ουσιαστικό

1. Άτομο που παρουσιάζει έλλειψη κρίσης ή σύνεσης, ενεργώντας με τρόπο απερίσκεπτο ή επιζήμιο για τον εαυτό του ή για άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Είναι βλάκας που δεν δέχτηκε τη βοήθεια.
  • Μην είσαι βλάκας, ρώτα πριν αποφασίσεις.
  • Δεν είμαι βλάκας να πιστέψω εύκολα τέτοιες υποσχέσεις.
  • Φαινόταν βλάκας όταν εξηγούσε τη λανθασμένη θεωρία χωρίς στοιχεία.
  • Μην γίνεις βλάκας προσπαθώντας να τον εντυπωσιάσεις.