απρόβλεπτος
επίθετο1. Που δεν μπορεί εύκολα να προβλεφθεί ή να εκτιμηθεί η μελλοντική του συμπεριφορά, εξέλιξη ή αποτέλεσμα.
2. Που παρουσιάζει ξαφνικές ή απροσδόκητες αλλαγές στην κατάσταση, στη διάθεση ή στις ενέργειές του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καιρός είναι απρόβλεπτος αυτή την εποχή.
- Η συμπεριφορά του ήταν εντελώς απρόβλεπτη και δεν ήξερα πώς να αντιδράσω.
- Το αποτέλεσμα του αγώνα ήταν απρόβλεπτο μέχρι το τελευταίο λεπτό.
- Οι οικονομικές αγορές παραμένουν απρόβλεπτες, γι' αυτό οι επενδύσεις έχουν ρίσκο.
- Έκανε μια σειρά από απρόβλεπτες κινήσεις στο σκάκι και κέρδισε.