σχεδιασμένος

επίθετο

1. Που έχει οργανωθεί και διαμορφωθεί εκ των προτέρων σύμφωνα με ένα σχέδιο ή πρόθεση για συγκεκριμένο σκοπό ή λειτουργία.

2. Που φέρει μελετημένη μορφή ή λεπτομερή διάταξη, προσαρμοσμένη σε τεχνικές ή αισθητικές απαιτήσεις.

Συνώνυμα

μελετημένος προμελετημένος προγραμματισμένος προσαρμοσμένος διαμορφωμένος κατασκευασμένος ανεπτυγμένος δημιουργημένος στοχευμένος σκόπιμος οργανωμένος επινοημένος εσκεμμένος προδιαγεγραμμένος δομημένος τυποποιημένος προσανατολισμένος προορισμένος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο δρόμος είναι σχεδιασμένος για βαριά φορτηγά.
  • Ο ιστότοπος είναι σχεδιασμένος να λειτουργεί καλά σε κινητά.
  • Ο μηχανισμός ήταν σχεδιασμένος με πολλαπλά επίπεδα ασφάλειας.
  • Ο αγώνας ήταν σχεδιασμένος υπέρ της φιλοξενούμενης ομάδας.
  • Ο χώρος είναι σχεδιασμένος για να φιλοξενεί συνέδρια και εκδηλώσεις.