προμελετημένος

επίθετο

1. Που έχει σχεδιαστεί ή μελετηθεί εκ των προτέρων με προσοχή και οργάνωση.

2. Που εκτελείται με πρόθεση και σκοπό, όχι τυχαία ή παρορμητικά.

Συνώνυμα

προσχεδιασμένος μεθοδευμένος επιτηδευμένος συνειδητός σχεδιασμένος μελετημένος εσκεμμένος σκόπιμος υπολογισμένος στοχευμένος οργανωμένος στημένος προγραμματισμένος μεθοδικός ψυχρός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η δολοφονία χαρακτηρίστηκε προμελετημένη από τις αρχές.
  • Ο δικαστής καταδίκασε τον δράστη για προμελετημένο έγκλημα.
  • Κάθε του βήμα ήταν προμελετημένο και ακριβές.
  • Η ομάδα έκανε μια προμελετημένη κίνηση στην αγορά για να αυξήσει το μερίδιο.
  • Οι αλλαγές στην πολιτική ήταν προμελετημένες και εφαρμόστηκαν σταδιακά.