αποτυπώνω
ρήμα1. Κάνω σαφές και μόνιμο σημάδι σε υλικό ή επιφάνεια, αφήνοντας ίχνος ή ανάγλυφο.
2. Καταγράφω εικόνα, πληροφορία ή μορφή σε μέσο ώστε να διατηρηθεί ή να αναπαραχθεί.
Συνώνυμα
απεικονίζω καταγράφω αναπαριστώ αντικατοπτρίζω αποθανατίζω φωτογραφίζω εγγράφω καταχωρώ απαθανατίζω σημειώνω συλλαμβάνω χαράσσω σημαδεύω τυπώνω εκτυπώνω τραβάω αναπαράγω αποδίδω εκφράζω βγάζω γράφω αντιπροσωπεύω παριστάνω αναγράφω παρουσιάζω περιγράφω διαμορφώνω εκδηλώνω μνημονεύω συντάσσω δείχνω εμφανίζω εδραιώνω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν αποτυπώνω ένα τοπίο με το πινέλο, προσπαθώ να μεταφέρω το φως και την ατμόσφαιρα.
- Στο ημερολόγιο αποτυπώνω κάθε καινούργια ιδέα και παρατήρηση που έχω κατά τη διάρκεια της ημέρας.
- Με τη φωτογραφική μηχανή αποτυπώνω τις πιο συγκινητικές στιγμές των ταξιδιών μου.
- Καθώς περπατώ στην άμμο, αποτυπώνω καθαρά τα πατήματα μου στο βρεγμένο χώμα.
- Στο μυθιστόρημά μου αποτυπώνω την ατμόσφαιρα της εποχής και τα εσωτερικά διλήμματα των χαρακτήρων.
- Στο εργαστήριο αποτυπώνω τα δακτυλικά αποτυπώματα για την περαιτέρω ταυτοποίηση.