αποσιώπηση

ουσιαστικό

1. Πράξη κατά την οποία παραλείπεται ή δεν αναφέρεται κάτι, είτε εκ προθέσεως είτε εξ αμέλειας.

2. Κατάσταση κατά την οποία τίθεται σε σιωπή ένα άτομο ή ομάδα, με σκοπό την παρεμπόδιση της έκφρασης ιδεών, πληροφοριών ή απόψεων.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποσιώπηση κρίσιμων πληροφοριών στο ρεπορτάζ είναι ανήθικη.
  • Ο δικαστής επέκρινε την αποσιώπηση μαρτυριών από την υπεράσπιση.
  • Στη λογοτεχνία, η αποσιώπηση μπορεί να ενισχύσει το μυστήριο.
  • Στην επικοινωνία, η αποσιώπηση λεπτομερειών προκαλεί παρεξηγήσεις.
  • Στα ιατρικά αρχεία, η αποσιώπηση συμπτωμάτων θέτει σε κίνδυνο τη θεραπεία.