απολύτως
επίρρημα1. Επισημαίνει ότι κάτι ισχύει στον μέγιστο δυνατό βαθμό, χωρίς υπόλοιπο ή περιορισμό.
2. Εκφράζει βεβαιότητα ή αδιαπραγμάτευτη αποδοχή ή άρνηση απέναντι σε δήλωση ή κρίση.
Συνώνυμα
απόλυτα εντελώς τελείως πλήρως παντελώς ολοκληρωτικά ολότελα ολοσχερώς εξολοκλήρου ολόκληρα ολόδικα καθόλα καθολικά αναμφίβολα αδιαμφισβήτητα απερίφραστα ανυπερθέτως ακλόνητα σίγουρα βεβαίως οπωσδήποτε ασφαλώς φοβερά άκρως αναμφισβήτητα βεβαιότατα σαφέστατα κατηγορηματικά πολύ βαθιά καθαρά κυριολεκτικά αποκλειστικά σαφώς πραγματικώς προδήλως
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συμφωνώ απολύτως με την πρότασή σου.
- Το έργο είναι απολύτως έτοιμο.
- Αυτό το μέτρο είναι απολύτως απαραίτητο για την ασφάλεια.
- Δεν είναι απολύτως αληθές αυτό που λες.
- Μην αγχώνεσαι, είναι απολύτως φυσιολογικό να νιώθεις έτσι.