αδιαμφισβήτητα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν αφήνει περιθώριο για αμφισβήτηση ή αντίρρηση, υποδηλώνοντας βεβαιότητα και καθολική αποδοχή.
2. Ως επιρρηματικό στοιχείο στην πρόταση, επισημαίνει ή ενισχύει ότι μια πληροφορία ή κρίση θεωρείται οριστικά σωστή ή βέβαιη.
Συνώνυμα
αναμφισβήτητα αναντίρρητα βεβαίως αναμφίβολα αναμφίλεκτα αναμφιβόλως ασφαλώς σίγουρα βεβαιότατα κατηγορηματικά ασυζητητί προφανώς αυτονόητα προδήλως σαφέστατα απολύτως σαφώς αποδεδειγμένα απόλυτα ξεκάθαρα οπωσδήποτε εμφανώς
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η γνώμη του είναι αδιαμφισβήτητα πολύτιμη για την ομάδα.
- Τα δεδομένα δείχνουν αδιαμφισβήτητα βελτίωση στην οικονομία.
- Ο καθηγητής, αδιαμφισβήτητα, εξήγησε το θέμα με σαφήνεια.
- Αυτό το μυθιστόρημα θεωρείται αδιαμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα του αιώνα.
- Η συμβολή της στην έρευνα υπήρξε αδιαμφισβήτητα καθοριστική.