κατηγορηματικά
επίρρημαΜε τρόπο που εκφράζει ακλόνητη βεβαιότητα ή απόλυτη άρνηση, χωρίς επιφύλαξη ή αμφιβολία.
Συνώνυμα
ρητά ρητώς απερίφραστα ξεκάθαρα σαφώς σαφέστατα εμφατικά κάθετα αποφασιστικά απολύτως σθεναρά αταλάντευτα ανεπιφύλακτα κοφτά ακλόνητα αδιαμφισβήτητα αναντίρρητα βεβαιότατα σίγουρα οριστικά αμετάκλητα αναφανδόν έντονα ανοιχτά
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Αρνήθηκε κατηγορηματικά κάθε εμπλοκή στο περιστατικό.
- Η διευθύντρια τόνισε κατηγορηματικά ότι οι κανόνες πρέπει να τηρούνται.
- Οι γιατροί ανακοίνωσαν κατηγορηματικά ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή της.
- Δεν θα αποδεχτούμε κατηγορηματικά αλλαγές στους όρους της συμφωνίας.
- Η απάντησή του ήταν κατηγορηματικά θετική και χωρίς επιφυλάξεις.