αναμφίβολα

επίρρημα

Εκφράζει βεβαιότητα για την αλήθεια, την εγκυρότητα ή την πραγματοποίηση ενός γεγονότος, χωρίς περιθώριο αμφιβολίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η νίκη της ομάδας ήταν αναμφίβολα δίκαιη.
  • Το νέο βιβλίο είναι αναμφίβολα το καλύτερο που έχει γράψει.
  • Οι επιστήμονες χαρακτήρισαν την ανακάλυψη αναμφίβολα σημαντική.
  • Θα χρειαστεί αναμφίβολα χρόνος για να ολοκληρωθεί το έργο.
  • Η οικονομία, αναμφίβολα, επηρεάστηκε από τις πρόσφατες αλλαγές.
  • Ο καιρός χθες ήταν αναμφίβολα ιδανικός για πεζοπορία.