αβέβαια
επίρρημα1. Με αβεβαιότητα, χωρίς βεβαιότητα ως προς την έκβαση, την ορθότητα ή την αξιοπιστία μιας πληροφορίας, πρόβλεψης ή κατάστασης.
Συνώνυμα
αμφίβολα ανασφαλώς ασαφώς διστακτικά επιφυλακτικά αναποφάσιστα αόριστα απροσδιόριστα επισφαλώς απρόβλεπτα ασταθώς αμφίσημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν μπορώ, αβέβαια, να προβλέψω το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας.
- Τα σχέδιά τους για το έργο είναι αβέβαια λόγω έλλειψης πόρων.
- Ο μάρτυρας απάντησε αβέβαια και με δισταγμό στις ερωτήσεις.
- Τα αποτελέσματα των δοκιμών παραμένουν αβέβαια και χρειάζονται περαιτέρω ανάλυση.
- Μπορεί, αβέβαια, να αλλάξουν τα δεδομένα μέχρι αύριο.